ἄκολος

ἄκολος
Grammatical information: m.
Meaning: `bit, morsel' (ρ 222.); acc. to Stratt. 47, 7 Boeot.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Cf. Phrygian (Haas 1966, 84) βεκος ακκαλος. Maybe of foreign origin. Connection with Skt. aśnā́ti `to eat' does not explain the formation. Fur. 371 suggests κόλον, a type of food preserved in pots (Pap. 3rd cent. BC; Ath. 6, 262a and Eust. explain it as ἡ τροφή); uncertain. Nothing suggests identity with ἄκυλος `acorn'.
Page in Frisk: 1,55

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἄκολος — bit fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άκολος — (I) ἄκολος, η (Α) πολύ μικρό κομμάτι ψωμιού, μπουκιά. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. είναι άγνωστης ετυμολογίας. Η σύνδεσή της με το σανσκρ. aśnāti «τρώγω» δεν βοηθάει καθόλου στην ερμηνεία τού σχηματισμού της επίσης αβέβαιη είναι και η σχέση τής λ. με το ουσ.… …   Dictionary of Greek

  • ἀκόλοισιν — ἄκολος bit fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκόλου — ἄκολος bit fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκόλους — ἄκολος bit fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκόλων — ἄκολος bit fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκόλως — ἄκολος bit fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκόλῳ — ἄκολος bit fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄκολοι — ἄκολος bit fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄκολον — ἄκολος bit fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ak̂-1, ak̂ō- (*hek-) —     ak̂ 1, ak̂ō (*hek )     English meaning: “to eat”     Deutsche Übersetzung: “essen”     Note: From Root ak ̂ , ok ̂ (*hekʷ ): ‘sharp; stone” derived Root ak ̂ 1, akō̂ (*hek ): “to eat”     Material: O.Ind. asnüti (inserted Inf. asi tum etc.) …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.